Συνομιλίες ΑΚΜΑ ...
Τετραμηνιαία επικοινωνία της κοινότητας του Αθηναϊκού Κέντρου Μελέτης του Ανθρώπου
Μαίος 2026 * Τεύχος 3
Νευροεπιστήμες και Ψυχοθεραπεία: η δύναμη της σχέσης
Γ. Γ. Γουρνάς
Δουλεύοντας με το ασυνείδητο
Μέρος μιας συνεδρίας ομαδικής θεραπείας που ακολουθεί τις αρχές της Συστημικής Διαλεκτικής Πολυεπίπεδης Πολυεστιακής Προσέγγισης, όπως εφαρμόζεται στο ΑΚΜΑ (Βασιλείου, 1987)
Όταν το 2000 εκδόθηκε το βιβλίο του Damasio «Το λάθος του Καρτέσιου», που αναφέρεται στον δυισμό νου και σώματος, νιώσαμε τότε μια αναστάτωση και συγχρόνως μια ανάσα. Οι νευροεπιστήμες έκαναν αισθητή την παρουσία τους, τουλάχιστον για εμάς.
Οι νευροεπιστήμες, προφανώς, δεν ήρθαν να προτείνουν έναν νέο τρόπο θεραπείας, αλλά να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση του ανθρώπου. Ήρθαν να συμπληρώσουν την επικρατούσα, από τα τέλη του 16ου αιώνα, αντίληψη του Καρτέσιου, το «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω», και να προσεγγίσουν τον άνθρωπο στην αδιαχώριστη ολότητα του «Νους–Εγκέφαλος–Σώμα και Σχέσεις με τον εαυτό και τους άλλους» (Damasio, 2000).
Σήμερα θα μπορούσαμε να παραφράσουμε το «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω» στο «Αισθάνομαι, άρα υπάρχω», σύμφωνα με τον Damasio (2021), και ίσως, σε έναν κόσμο διαιρεμένο, στο «Σχετίζομαι, άρα υπάρχω».
Οι νευροεπιστήμες, μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων, έρχονται να επισημάνουν τη σημαντικότητα των μη συνειδητών διεργασιών και τον ρόλο τους στην καθημερινή μας ζωή, αλλά και στην ψυχοθεραπευτική πράξη, θέμα που θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε στην παρούσα παρουσίαση.
Μία διευκρίνιση
Το ασυνείδητο, οι μη συνειδητές διεργασίες στις οποίες θα αναφερθούμε, δεν αποτελούν το ασυνείδητο του Freud, το οποίο αφορά υλικό που απωθείται λόγω του άγχους που προκαλεί.
Θεωρείται ότι οι εμπειρίες των πρώτων χρόνων, μαζί με τις φαντασιώσεις και τις άμυνες που προκαλούν, δεν είναι δυνατόν να απωθηθούν, καθώς απαιτούνται τα δύο–τρία πρώτα χρόνια ζωής για να αναπτυχθούν οι εγκεφαλικές δομές της ρητής μνήμης που καθιστούν δυνατή την απώθηση (Kandel, 2023). Οι πρώιμες αυτές εμπειρίες συγκροτούν τη μη συνειδητή, μη απωθημένη δομή του νου.
Ο Mlodinow (2019) μιλά για το «Νέο Ασυνείδητο», το οποίο αποτελείται από μη συνειδητές νοητικές διεργασίες, μη προσβάσιμες στη συνείδηση, λόγω της αρχιτεκτονικής του εγκεφάλου και όχι λόγω απώθησης.
Ο μη συνειδητός νους είναι ενεργός, ανεξάρτητος και έχει σκοπιμότητα. Αν και κρυμμένος, επιδρά εμφανώς στο συνειδητό νου και στον τρόπο που ανταποκρίνεται στον κόσμο.
Αυτό το μέρος του ασυνειδήτου, το προ-συνειδητό, προηγείται χιλιοστά του δευτερολέπτου της συνείδησης και οικοδομείται συνεχώς, μέχρι τη στιγμή που κάποιο ερέθισμα θα του δώσει τη δυνατότητα έκφρασης (LeDoux, 2023).
Το αισθητηριακό σύστημα του ανθρώπου στέλνει περίπου 11.000.000 bits ανά δευτερόλεπτο, ενώ εμείς μπορούμε να διαχειριστούμε συνειδητά μόνο 16–50 bits. Συνειδητοποιούμε περίπου το 5% των γνωστικών μας λειτουργιών, ενώ το 95% διαφεύγει της αντίληψής μας, ασκώντας ωστόσο καθοριστική επίδραση.
Ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε είναι μια κατασκευή τόσο των πραγματικών δεδομένων όσο και της μη συνειδητής νοητικής επεξεργασίας τους.
Ο Borges (1998) γράφει: «Η γεύση του μήλου βρίσκεται στην επαφή του καρπού με τον ουρανίσκο, όχι στον ίδιο τον καρπό».
Το ασυνείδητο μπορεί να ιδωθεί ως ένα εσωτερικό φως, και πιο συγκεκριμένα το προ-συνειδητό ως μια ενδιάμεση περιοχή ανάμεσα στη συνείδηση και το ασυνείδητο, που φωτίζει πλευρές του συνειδητού και συμβάλλει στον εμπλουτισμό της εμπειρίας και της ενσυνείδητης επίγνωσης.
«Η συνειδητή κατανόηση του νου είναι μια αφήγηση που ρέει αβίαστα από μη συνειδητές διεργασίες» (LeDoux, 2023).
«Κάθε συνειδητή σκέψη προηγείται από μια μη συνειδητή — ή προ-συνειδητή — γνωστική διεργασία» (Kandel, 2023).
Νευροπλαστικότητα και θεραπεία ομάδας
Μιλώντας για νευροπλαστικότητα, αναφερόμαστε σε δυναμικές διεργασίες που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο (Γουρνάς, 2018).
Οι νευροεπιστήμες, η νευροπλαστικότητα και η ομαδική ψυχοθεραπεία αποτελούν διεργασίες των οποίων η λειτουργία έχει κοινό βασικό παράγοντα την ανθρώπινη εμπειρία και τη σχέση. Η ομαδική ψυχοθεραπεία είναι ένας χώρος όπου οι άνθρωποι «θεραπεύονται» μέσα από τις μεταξύ τους συνδέσεις, μέσα από τις οποίες επιτυγχάνεται η ενίσχυση της νευροπλαστικότητας με τη δημιουργία νέων συνάψεων και νέων νευρωνικών δικτύων (Group Circle, 2025).
Είναι γνωστό ότι, όταν μιλάμε, η επιλογή του θέματος της αφήγησής μας είναι συνειδητή, όμως η έκφραση του λόγου είναι σε μεγάλο βαθμό μη συνειδητή.
Η Έρπενμπεκ (2017) αναρωτιέται: «Παράξενο πώς ανοίγει μια λέξη τον δρόμο της μέσα από τη λόχμη των λέξεων».
Ο λόγος, η γλώσσα, έχει ένα περιγραφικό και ένα συγκινησιακό περιεχόμενο. Το πρώτο περιγράφει ένα γεγονός ή μια στιγμή, ενώ το δεύτερο εκφράζει τα συναισθήματα και τη στάση του αφηγητή. Συχνά εστιάζουμε στο περιγραφικό επίπεδο και χάνουμε τη σημασία του συγκινησιακού.
Το συγκινησιακό περιεχόμενο της γλώσσας, συχνά μη συνειδητό, προκαλεί αφενός παρεμφερή συναισθήματα και στάσεις στους άλλους, μέσα από τις συνηχήσεις, τους κατοπτρικούς νευρώνες και την επικοινωνία των «δεξιών εγκεφάλων», και αφετέρου λειτουργεί ως «οδηγός πράξης», καθώς τα συναισθήματα αποτελούν κίνητρα για τις επιλογές μας και ταυτόχρονα αξιολογητές αυτών.
Είναι σημαντικό μέρος της θεραπευτικής διεργασίας να φέρει τις άρρητες μνήμες και τα νοητικά μοντέλα από το μη συνειδητό στο συνειδητό. Έργο του θεραπευτή είναι να αναδείξει τις μη συνειδητές διεργασίες που βρίσκονται κάτω από το περιεχόμενο και πίσω από τα γεγονότα.
Περιγραφή μέρους συνεδρίας ομάδας γυναικών (9/5/2019)
Στη φάση που τα μέλη μέσα στην ομάδα αφηγούνται και μοιράζονται τις εμπειρίες τους, ένα μέλος, η Μαρία, περιγράφει πώς πέρασε τις διακοπές του Πάσχα:
«Είχα πάει στο χωριό μου με την οικογένειά μου (σύζυγος και τρία παιδιά). Τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, ο άντρας μου και τα παιδιά μου πήγαν στην εκκλησία για τον Επιτάφιο. Η μητέρα μου ήταν στο σπίτι και ετοίμαζε διάφορα για την Ανάσταση. Εγώ σκέφτηκα να πάω να βοηθήσω τον πατέρα μου στο κρεοπωλείο του. Πήγα να τον βοηθήσω να μαζέψουμε και να καθαρίσουμε το μαγαζί. Είναι μέρες με πολύ δουλειά.»
Τα μέλη της ομάδας, στη συνέχεια, παίρνουν τον λόγο, η μία μετά την άλλη, και αφηγούνται τις δικές τους αναμνήσεις. Σε αυτό το μοίρασμα, οι συνηχήσεις, οι συνειρμοί, ο συντονισμός και οι κατοπτρικοί νευρώνες αποτελούν μη συνειδητές διεργασίες που συμβάλλουν στην ανάδυση της διεργασίας και στον εμπλουτισμό των αρχικών αφηγήσεων.
Ένα μέλος, η Ελένη, λέει:
«Μέσα στο κλίμα της ομάδας νιώθω μια ζεστασιά, μια ασφάλεια. Κλείνει η πόρτα και λέω στον εαυτό μου: “Αυτό είναι…”. Θα έπρεπε και έξω να μπορώ να το νιώθω αυτό και όχι μόνο εδώ. Να είμαι ολόκληρος άνθρωπος. Είναι σημαντικό ο καθένας να μπορεί να είναι περισσότερο ο εαυτός του. Να είναι αυτό που μπορεί να είναι κάθε φορά.
Με συγκίνησε πολύ η περιγραφή σου. Σε φαντάζομαι να είσαι το Πάσχα στο χωριό σου, εκεί μαζί με τον πατέρα σου, το βράδυ του Επιταφίου, στο κρεοπωλείο, δίπλα του, να τον βοηθάς και να μην είσαι στην εκκλησία μαζί με τα παιδιά σου και τον άντρα σου, όπως θα “έπρεπε”. Με πονάει που εγώ δεν είχα τέτοια ευκαιρία. Τον έχασα νωρίς και δεν πρόλαβα να τον χαρώ…»
Και συνεχίζει με το μοίρασμα μιας δικής της ανάμνησης, που ενεργοποιήθηκε από τη συγκίνηση που ένιωσε μέσα από την αφήγηση της Μαρίας.
Η Μαρία απευθύνεται στην Ελένη:
«(Αρχικά με κάποια έκπληξη) Με συγκινεί που σε συγκίνησε η ανάμνησή μου. (Σιωπά λίγο και συνεχίζει…) Ναι, ήμουν εκεί, τον βοηθούσα, χωρίς να το σκέφτομαι, και τώρα που το λες, θυμάμαι… Περνούσαν οι γείτονες και με απορία έλεγαν: “Καλά, ήρθε η αρχιτεκτόνισσα από την Αθήνα για να κάνει αυτή τη δουλειά;”. Τώρα που το ξανασκέφτομαι… ναι, ήταν πολύ ωραία. Μου λείπουν οι δικοί μου. Το ξέρω ότι τους λείπω κι εγώ. Και τους έχω έννοια… δυο μεγάλοι άνθρωποι στο χωριό… και εμένα μου λείπουν… μεγάλοι άνθρωποι, κουρασμένοι…»
Καθώς μιλά, δείχνει να συγκινείται όλο και περισσότερο, να ξαναζεί τη στιγμή και να δακρύζει. Σταδιακά αρχίζει να μιλά για τη σχέση της με τους γονείς της — μια σχέση που φαίνεται να την απασχολεί εδώ και χρόνια.
Αναδύεται έτσι κάτι που βρισκόταν «κάτω από το κατώφλι» της συνείδησης — κάτι που το «ήξερε και δεν ήξερε ότι το ήξερε». Μέσα στη διεργασία της ομάδας, αυτό έρχεται να αποκαλυφθεί και να περάσει από τον χώρο του προ-συνειδητού στη συνειδητότητα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Bateson (2017):
«Τα σημαντικά τα ξέρουμε και δεν ξέρουμε ότι τα ξέρουμε».
Και συνεχίζει:
«Υπάρχει μια ημιδιαπερατή σύνδεση ανάμεσα στο συνειδητό και στο υπόλοιπο του νου. Μόνο ένα περιορισμένο μέρος των πληροφοριών μεταδίδεται σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “οθόνη του συνειδητού”.»
Σε πρώτη φάση, η Μαρία περιγράφει μια εικόνα απλά: να βρίσκεται στο κρεοπωλείο του πατέρα της τη Μεγάλη Παρασκευή. Πρόκειται για μια αναπαράσταση χωρίς εμφανή συγκινησιακή επεξεργασία.
Κατά τον LeDoux (2023), πρόκειται για μια αναπαράσταση της στιγμής χωρίς πλήρη γνωστική και συγκινησιακή πρόσβαση — μια εμπειρία που δεν έχει ακόμη καταστεί συνειδητή με τρόπο που να μπορεί να αποτυπωθεί και να ανακληθεί πλήρως.
Η διαδικασία αυτή σχετίζεται με τη λειτουργία του προμετωπιαίου φλοιού, ο οποίος επανα-αναπαριστά και επεξεργάζεται την εμπειρία. Ωστόσο, δεν βιώνονται συνειδητά όλες οι πληροφορίες που φτάνουν σε αυτόν. Απαιτείται και η συμμετοχή του συναισθηματικού εγκεφάλου (μεταιχμιακό σύστημα).
Σε δεύτερη φάση, αναδύονται οι φωνές των γειτόνων, οι οποίες λειτουργούν σαν ένας «χορός» που φωτίζει τη σκηνή. Αυτές οι λεπτομέρειες δεν υπήρχαν στην αρχική αφήγηση — είχαν περάσει στο προ-συνειδητό μαζί με τις συγκινήσεις που τις συνόδευαν.
Αυτό αποτελεί, κατά τον Kandel (2023), έκφραση του προσαρμοστικού ασυνείδητου, το οποίο συλλέγει πληροφορίες και τις διατηρεί στο «χείλος» της συνείδησης, έτοιμες να ενεργοποιηθούν.
Για να μεταφερθεί μια εμπειρία από το προ-συνειδητό στο συνειδητό απαιτείται ένα ερέθισμα. Σε αυτή την περίπτωση, το ερέθισμα δόθηκε από την Ελένη, μέσω του καθρεφτίσματος των συγκινήσεών της.
Άλλοτε αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει ο θεραπευτής, άλλοτε η ίδια η διεργασία της ομάδας και άλλοτε η ανάδυση συμβαίνει ως ένα «άλμα» — μια στιγμή επιφώτισης.
Η αρχική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι σε μεγάλο βαθμό μη συνειδητή — ένα είδος άρρητης γλώσσας του σώματος. Ο συνειδητός λόγος έρχεται στη συνέχεια.
Υπάρχει αυτή η «άλλη ματιά», ένα καθρέφτισμα, μέσα στο πλαίσιο της ομάδας, που λειτουργεί ως ένα «house of emotional mirrors» (Siegel, 2007). Μέσα από τις συνηχήσεις που διακινήθηκαν, αναδείχθηκε η σημασία της εμπειρίας.
Κατανόηση της εμπειρίας
Συχνά ο άνθρωπος έχει αντίληψη της προσωπικής του συμμετοχής σε μια εμπειρία, γνωρίζοντας ότι αυτή του ανήκει, χωρίς όμως να διαθέτει ρητή γνώση ή ενσυνείδητη επίγνωση ότι αυτό συμβαίνει.
Όπως όταν κάποιος μπαίνει στο σπίτι του και γνωρίζει ότι είναι το σπίτι του χωρίς να χρειάζεται να το σκεφτεί, έτσι συμβαίνει και με τον εαυτό, το σώμα, τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες.
Δεν είμαστε πλήρως ανήμεροι για τα συναισθήματά μας, αλλά πολλές φορές δεν έχουμε πλήρη επίγνωση του τρόπου με τον οποίο αυτά οργανώνουν την εμπειρία μας.
Το πλαίσιο της ομάδας βοηθά στην ανάκληση και κατανόηση μιας εμπειρίας. Τα μέλη της ομάδας «ταξιδεύουν» μέσα από τις εμπειρίες των άλλων σε βιώματα που δεν θα είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν προσωπικά (Atwood, όπως αναφέρεται στο κείμενο).
Οι συγκινήσεις που περιβάλλουν τις λέξεις δίνουν το συναισθηματικό τους φορτίο και συμβάλλουν στην κατηγοριοποίηση και αποθήκευση των εμπειριών στη μνήμη.
Όταν μπορούμε να ονομάσουμε ένα συναίσθημα — χαρά, λύπη, θυμό — αυτό συμβάλλει στην ενίσχυση της συνειδητότητας. Η συνειδητή αναγνώριση ενός βιώματος ηρεμεί το σώμα, ρυθμίζει το συναίσθημα και το αντίστοιχο νευρωνικό σύστημα.
Το άνοιγμα στη σχέση φέρνει στη συνείδηση μη συνειδητές διεργασίες, βιώματα και τραύματα του παρελθόντος, τα οποία — όταν αναδυθούν — ζητούν επεξεργασία και νοηματοδότηση.
Η μετάβαση από το μη συνειδητό στο συνειδητό αποτελεί μια ενεργοβόρο διαδικασία, γεγονός που εξηγεί γιατί ο ανθρώπινος οργανισμός συχνά «επιλέγει» να διατηρεί μεγάλο μέρος της εμπειρίας εκτός συνείδησης.
Τελικές σκέψεις
Βιώνουμε μια διάσπαση, πιθανώς ως συνέχεια της καρτεσιανής παράδοσης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναδεικνύεται η ανάγκη για έναν άνθρωπο ολόκληρο — όχι μόνο γνωστικό, αλλά και συναισθηματικό και σχεσιακό.
Η υπερβολική έμφαση στη νόηση και την τεχνολογική ανάπτυξη, χωρίς αντίστοιχη καλλιέργεια της συνείδησης και της σχέσης, μπορεί να οδηγήσει σε αποξένωση.
Αναδεικνύεται η ανάγκη για έναν άνθρωπο που μπορεί να αφουγκράζεται τον εσωτερικό του κόσμο, να δίνει χώρο και χρόνο στις μη συνειδητές αλλά προσβάσιμες διεργασίες του και να φέρνει τον εαυτό του ολόκληρο στη σχέση.
Θα κλείσω με τα λόγια ενός μέλους της ομάδας:
«Τι έχω πάρει από την ομάδα; Έχω ανοίξει την πόρτα και ιχνηλατώ το συναίσθημά μου. Τώρα φοβάμαι λιγότερο.»
Βιβλιογραφία
Bateson, G. (2017). Βήματα για μια οικολογία του νου. University Studio Press.
Borges, J. L. (1998). Πρόλογος στο Obra poetica. Alianza Editorial.
Damasio, A. R. (2000). Το λάθος του Καρτέσιου: Συγκίνηση, λογική και ανθρώπινος εγκέφαλος. Σύναλμα.
Damasio, A. R. (2021). Feeling and knowing: Making minds conscious. Vintage Books.
Έρπενμπεκ, Τ. (2017). Η συντέλεια του κόσμου. Καστανιώτης.
Group Circle. (2025). International Journal of Group Psychotherapy.
James, W. (1874). Principles of psychology.
Kandel, E. R. (2023). Ο διαταραγμένος νους: Ασυνήθιστες εγκεφαλικές λειτουργίες και ανθρώπινη ιδιαιτερότητα. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
LeDoux, J. E. (2023). The four realms of existence: A new theory of being human. Harvard University Press.
Mlodinow, L. (2019). Κάτω από το κατώφλι: Το νέο ασυνείδητο και τι μας διδάσκει. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Siegel, D. J. (2007). The mindful brain: Reflection and attunement in the cultivation of well-being. Norton.
Βασιλείου, Α. Γ. (1987). Ο άνθρωπος ως σύστημα: Μια παρουσίαση για τον παιδοψυχίατρο. Στο Μ. Τσιάντης & Σ. Μανωλόπουλος (Επιμ.), Σύγχρονα θέματα παιδοψυχιατρικής (Τόμος Α’). Καστανιώτης.
Γουρνάς, Γ. Μ. (2018). Νευροπλαστικότητα και θεραπεία ομάδας: Μια συστημική προσέγγιση. Στο Οι ρίζες της ψυχοθεραπείας: Νευροβιολογία και νευροενδοκρινολογία. Εκδόσεις Πληθώρα.